BLOGΜΕΛΙΣΣΑ ΣΤΗ ΤΕΧΝΗ

Η ΜΕΛΙΣΣΑ ΚΑΙ Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

Πολλοί θρύλοι και παραδόσεις είναι συνδεδεμένοι με την Αγία Σοφία, το ξεχωριστό μνημείο – σύμβολο της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και από στόμα σε στόμα, και διασώζονται μέσα στους αιώνες είτε προφορικά, είτε γραπτά, και αποδεικνύουν γιατί η Μεγάλη Εκκλησιά όπως την αποκαλούσαν ήταν το κέντρο όλης της ζωής της Κωνσταντινούπολης, πέρασε μέσα στην λαϊκή φαντασία και στο θρύλο.

Ένας τέτοιος θρύλος μας πληροφορεί για το χτίσιμο της Αγίας Σοφίας από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄, μετά το 532 μ.Χ.. Σύμφωνα με το θρύλο το αρχιτεκτονικό σχέδιο της Αγίας Σοφίας, του αριστουργήματος αυτού της Βυζαντινής αρχιτεκτονικής, είναι ένα Θεόπνευστο έργο, που έγινε μέσω μιας μικρής, ταπεινής και εργατικής μέλισσας.

Είναι ένας νεοελληνικός θρύλος που το διηγούνταν στην Βιζύη της Θράκης το 19ο αιώνα, και εκεί τον έμαθε όταν ήταν μικρό παιδί ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός, και περιέγραψε το θρύλο έμμετρα, το 1884, στο ποίημα Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, της ποιητικής του συλλογής  «Ατθίδες Αύραι».

Σύμφωνα με το θρύλο : «Ήταν ο καιρός που ο βασιλιάς στην Πόλη είχε αποφασίσει να χτίσει την Αγία Σοφιά. Είχε καλέσει τον πρωτομάστορα, και ο τελευταίος είχε κάμει ένα, και ύστερα άλλο, και ύστερα άλλα σχέδια, πως να χτιστεί η Μεγάλη Εκκλησιά. Κανένα όμως δεν ευχαριστούσε το βασιλιά. Ήθελε κάτι άλλο, πολύ πιο σπουδαίο. Και ο πρωτομάστορας όλο και σκεφτόταν τι νέο σχέδιο να φτιάσει. Μια Κυριακή, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο βασιλιάς να πάρει το αντίδωρο, εκείνο όμως του ξεφεύγει από το χέρι και πέφτει κάτω. Μια στιγμή αργότερα παρουσιάζεται μια μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο, κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του βασιλιά. Βγάνει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς, όσοι έχουνε μελίσσια να τ’ ανοίξουνε και να ψάξουν, για να βρεθεί. Ψάχνει και ο πρωτομάστορας στα δικά του τα μελίσσια και τι βλέπει; Είχανε κάτσει οι μέλισσες μέρες πριν και είχανε φτιάξει με το κερί μέσα στην κυψέλη, μια εκκλησιά πανέμορφη και σκαλιστή και μεγαλόπρεπη που δεν είχε την όμοιά της σ’ ολόκληρη την Οικουμένη. Όλες οι λεπτομέρειες είχανε γίνει στην εντέλεια, μέσα κι’ έξω στην εκκλησία. Η πόρτα της ανοιχτή, ο τρούλος έτοιμος, οι κολόνες στη θέση τους, ως και η Αγία Τράπεζα τελειωμένη. Την είχαν αποτελειώσει σ’ όλα της την εκκλησιά, και απάνω στην Αγία Τράπεζα της είχε φέρει εκείνη η μέλισσα και είχε αποθέσει το αντίδωρο του βασιλιά. Είδε την εκκλησιά ο πρωτομάστορας, θάμαξε με το τέλειο σχέδιό της. Την είδε κατόπι και ο βασιλιάς και έγινε όλος χαρά. Το σχέδιο, που είχανε φτιάξει οι μέλισσες, έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγία Σοφία !!»  (πηγή: Κ. Ρωμαίος, ΕΛΛΑΣ, λαογραφία – γεωγραφία – ιστορία).

Παραθέτουμε το ποίημα του Γ. Βιζυηνού όπως είχε γραφτεί:

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

‘Μέρα καί νύχτα μελετᾷ
ὁ βασιλές στήν Πόλη
νά κτίση τήν Ἁγιά-Σοφιά.
Σ’ ὅλο τόν κόσμον ἐρωτᾷ,
καί σχέδια φέρνουν ὅλοι,
κτιστά, ἢ μόνο ζωγραφιά.

Ὁ Ἀρχικτίστης ὁδηγᾷ,
κι’ ὁ ύπουργός προτείνει
ἐμπρός σέ θρόνον ἀψηλό.
Ὁ βασιλεύς, αὐτός σιγᾷ,
αὐτός μόνο δέν κρίνει
κανένα ἄξιο καί καλό.

– Εἶναι ἡ Δύναμ’ ὁ Θεός
κ’ ἡ Εὐμορφιά μονάχη,
π’ ἀντανακλᾶται σ’ ὁλουνούς.
Γι’ αὐτό τοῦ πρέπει κι’ ὁ ναός
δύναμι, κάλλος νἄχῃ,
νἆν’ ὅμοιος μέ τούς οὐρανούς.

Ὅλ’ οἱ μαστόροι σκυθρωποί,
καὶ ὅλ’ οἱ μεγιστάνοι
τόν προσκυνοῦν γονατιστά.
Κανείς δέν ξεύρει τί νά ‘πῇ,
κανένας πῶς νά κάνη
τήν ἐκκλησιά ποῦ τούς ζητᾷ.

Κι’ ὁλονυχτῆς ‘σκυμμέν’ ἐκεῖ
τό σχέδιο, ποῦ προστάζει,
καθείς νά κάμη προσπαθεῖ.
‘Ξημέρωσεν ἡ Κυριακή,
κανένας δέν ἀδειάζει
νά ‘πάγῃ νά λειτουργηθῇ.

Ἐκεῖ στήν πρωϊνή δροσιά
θωροῦν ἕνα τρικέρι,
κι’ ἀκοῦν γεροντική λαλιά:
Ἁπέλυσεν ἡ ἐκκλησιά,
κι’ ὁ Πατριάρχης φέρει
τ’ ἀντίδωρο στόν βασιλιά.

Σκύβ’ ἀπ’ τόν θρόνο καί φιλᾷ
τό χέρι, ποῦ τοῦ δίδει
τό Ὕψωμα καί τήν εὐχή.
Μά ‘κεῖ, δέν ἔπιασε καλά,
τοῦ πέφτ’ ἕνα ψυχίδι
‘σά λεοντόδερμα παχύ.

Τό σκῆπτρ’ ἀφῆκε στήν στιγμή,
τόν θρόνον ἔχ’ ἀφήσει,
καί νά τό εὕρῃ προσπαθεῖ,
μή μείνη κατά γῆς καί μή
κανένας τό πατήση
κι’ ἀπό τό κρῖμα κολασθῇ.

Μά ‘κεῖ, ποῦ μ’ ὄψη θλιβερή,
γιά νά τό εὕρη ἀκόμα
ἐμπρός στόν θρόνο του ζητᾷ,
νά καί μιά μέλισσα θωρεῖ,
τ’ ἀντίδωρο στό στόμα,
κι’ ἀπ’ τό παράθυρο πετᾷ.

‘Βγάλλει παντοῦ διαλαλητή
στήν ‘ξακουστή τήν Πόλη,
καί τάζ’ ἕνα πουγγί βαθύ.
Ὅποιος μελίσσια κι’ ἂν κρατῇ,
νά τά τρυγήσετ’ ὅλοι,
τ’ ἀντίδωρό μου νά βρεθῇ! –

Τρυγοῦν οἱ ἄνθρωποι γοργά,
κανένας δέν κερδαίνει
ἄλλο ἀπό μέλι καί κερί.
Κι’ ὁ Πρωτομάστορης τρυγᾷ,
κ’ ἐξαφνισμένος μένει
ἐμπρός στό θαῦμα ποῦ θωρεῖ!

Σ’ ἕνα κοφίνι διαλεχτό,
στό πιό καλό κυψέλι,
λάμπει κι’ ἀστράφτει κἄτι τι.
Ξανθό κερί δέν εἶν’ αὐτό,
γλυκό δέν εἶναι μέλι,
εἶν’ ἐκκλησιά πελεκητή!

Οἱ τροῦλοι λές κ’ εἶν’ οὐρανοί,
πυκνά οἱ στύλοι δάση,
καί Οἰκουμέν’ ἡ πατωσιά.
Ποτέ χριστιανική φωνή
Θεό δέν θά δοξάση
σέ πιό καλήτερ’ ἐκκλησιά!

Μέ τήν ματιά του προχωρεῖ
μέσ’ στ’ Ἅγιο-βῆμα μνίσκει,
ποῦ τό φωτίζει μ’ ἀντηλιά·
στήν Ἅγια-τράπεζα θωρεῖ,
στόν Ἀστερίσκο ‘βρίσκει
τ’ ἀντίδωρο τοῦ βασιλιᾶ!

Στόν θρόνο ‘μπρός μὲ συστολή
βαθειά μετάνοια κάνει.
Δείχνει τό σχέδιο τοῦ ναοῦ.
– Εἴμεθα ὅλ’ ἁμαρτωλοί,
κανένας μας δέν φθάνει
τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ.

Γιά τ’ ἁγιασμένο Του ψωμί
τό καθαρό μελίσσι
διές, τί κερήθρα συγκροτεῖ!
Γιά τοῦ Ὑψίστου τήν τιμή
ὁ βασιλές ἂς κτίσῃ
μιάν ἐκκλησία σάν αὐτή. –

Στόν Πλάστη στρέφ’ ὁ βασιλές,
– Εὐχαριστῶ σε, κράζει,
μεγαλοδύναμ’ Εὐμορφιά! –
Φιλᾷ τό σχέδιο τρεῖς βολαῖς,
καί σάν αὐτό προστάζει
νά κτίσουν τήν Ἁγιά-Σοφιά.